«Η ΔΕ ΓΥΝΗ ΙΝΑ ΦΟΒΕΙΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ» ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς ασέβειας προς τα μυστήρια της Εκκλησίας και κυρίως προς το μυστήριο του γάμου. Αποτελεί δυστυχώς ο γάμος ένα εντελώς κοσμικό γεγονός για πολλούς μελλόνυμφους.

            Εκείνο που βλέπει κανείς όταν βρίσκεται στο ναό κατά την τελετή του μυστηρίου του γάμου είναι το γύρισμα της ταινίας με «σενάριο» και «σκηνοθεσία», η χωροθέτηση του ναού κατά τρόπο αυθαίρετο με τις λογής λογής κορδέλες και ανθοστάτες, η άσεμνη ενδυμασία και η αδιάφορη πολλές φορές στάση των νυμφευόμενων κατά την ώρα του μυστηρίου. Δυστυχώς όλ’ αυτά δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα κατά την τέλεση του μυστηρίου του γάμου.

            Κατά παράδοξο τρόπο, την αδιαφορία διαδέχεται η προσοχή κατά τη διάρκεια του αποστολικού αναγνώσματος και κυρίως της φράσης «η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα», που είναι και η τελευταία φράση του αναγνώσματος. Σ’ αυτό το σημείο καλοθελητές συγγενείς, κουμπάροι, φωτογράφοι, ανθοπώλες προτρύνουν τους νυμφευόμενους να πατήσουν ο ένας τον άλλο. *

            Αποτέλεσμα όλων αυτών των καταστάσεων (ξένων προς την ορθόδοξη θεώρηση του γάμου) είναι να διακωμωδείται το μυστήριο του γάμου, αυτό που ο Απόστολος Παύλος αποκαλεί «μέγα μυστήριον».

            Το αποστολικό ανάγνωσμα του γάμου είναι παρμένο από την προς Εφεσίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Στην περικοπή αυτή ο Απόστολος των Εθνών παραλληλίζει τη σχέση άνδρα-γυναίκας με τη σχέση Χριστού-Εκκλησίας. Καλεί τον άνδρα να αγαπά τη γυναίκα του και να θυσιάζεται γι’ αυτή, όπως ο Χριστός θυσιάστηκε πάνω στο σταυρό για την Εκκλησία. Καλεί τη γυναίκα να υποτάσσεται στον άνδρα της όπως η Εκκλησία στο Χριστό. Καταλήγει δε με την προτροπή ο άνδρας να αγαπά τη γυναίκα του όπως τον εαυτό του και η γυναίκα να σέβεται τον άνδρα της. Η τελευταία φράση του αναγνώσματος αυτού έχει ως εξής: «Έκαστος την εαυτού γυναίκα ούτως αγαπάτω ως εαυτόν, η δε γυνή ίνα φοβείται τον άνδρα.»

            Σε όλες τις μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης η φράση αυτή μεταφράζεται έτσι: «Ο καθένας ας αγαπά τη γυναίκα του όπως τον εαυτό του, η δε γυναίκα να σέβεται τον άντρα της.» Το ρήμα «φοβείται» μεταφράζεται σε «σέβεται» και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Το «φοβείται» με την έννοιά του ότι η γυναίκα πρέπει να αισθάνεται τρόμο στην παρουσία του συζύγου της αντιφάσκει πλήρως με το όλο νόημα που έχει το ανάγνωσμα αυτό στους προηγούμενους στίχους. Δεν μπορεί από τη μια να γίνεται λόγος για θυσία του άντρα για χάρη της γυναίκας του και αγάπη προς αυτή ίση προς την προς εαυτό αγάπη και από την άλλη να καλείται η γυναίκα να αισθάνεται τρόμο απέναντι στον άντρα της.

            Στην Παλαιά Διαθήκη και συγκεκριμένα στο βιβλίο της Γενέσεως γίνεται λόγος για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου. Παρουσιάζεται λοιπόν ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, να συναναστρέφεται με τα ζώα και να τους δίνει ονόματα, και στη συνέχεια ο ιερός συγγραφέας αναφέρει ότι δεν υπήρχε γι’ αυτόν βοηθός όμοιος με αυτόν. Έτσι ο Θεός δημιουργεί τη γυναίκα από την πλευρά του Αδάμ. Στο αντίκρισμα της γυναίκας του ο Αδάμ αναγνωρίζει τον ίδιο του τον εαυτό, λέγοντας ότι «αυτό είναι οστό από τα οστά μου και σάρκα από τη σάρκα μου.» Οι πατέρες επισημαίνουν μάλιστα ότι η γυναίκα πλάστηκε από την πλευρά του Αδάμ και όχι από τα πόδια ή την κεφαλή του, για να μην είναι ούτε κατώτερη ούτε ανώτερη, αλλά ίση με αυτόν.

            Με την πτώση των πρωτόπλαστων διασαλεύεται η σχέση τους με το Θεό και μεταξύ τους. Ο Αδάμ επιρρίπτει τις ευθύνες για την πτώση στη γυναίκα του και μάλιστα τώρα της δίνει και όνομα (Ζωή), όπως είχε κάνει προηγουμένως με τα ζώα. Στα χρόνια εκείνα της Παλαιάς Διαθήκης, σύμφωνα με βιβλικούς ερευνητές, η ονοματοδοσία σημαίνει και άσκηση εξουσίας. Δηλαδή, όταν ονόμαζες κάτι ή κάποιον, δήλωνες και την εξουσία σου πάνω σε αυτόν. Μετά την πτώση λοιπόν ο Αδάμ θέτει υπό την εξουσία του εκτός από τα ζώα και τη γυναίκα του. Καταργεί τη σχέση ισότητας που υπήρχε προηγουμένως, γιατί τώρα μπαίνουν στη ζωή του η φθορά κι ο θάνατος.

            Την πτώση έρχεται να θεραπεύσει ο Χριστός με την όλη επί γης παρουσία Του, το Σταυρό και την Ανάσταση. Την επαναφορά της ισότητας ανδρός και γυναικός από το Χριστό παρουσιάζει κατά τον καλύτερο τρόπο ο Απόστολος Παύλος μέσα από το αποστολικό ανάγνωσμα που η Εκκλησία μας όρισε να διαβάζεται στο μυστήριο του γάμου.

            Αυτή είναι η άποψη που πάντοτε είχε η ορθόδοξη Εκκλησία για τη σχέση ανδρός και γυναικός. Ο μεγάλος Άγιος της Εκκλησίας μας Γρηγόριος ο Θεολόγος αντέδρασε άμεσα και έντονα στη θέσπιση ενός νόμου από την πολιτεία που τιμωρούσε τη γυναίκα σε περίπτωση μοιχείας, ενώ δεν τιμωρούσε τον άντρα. «Ου δέχομαι ταύτην την νομοθεσίαν, ουκ επαινώ την συνήθειαν. άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες, δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία»

            Η όλη στάση των νυμφευόμενων στο μυστήριο του γάμου, όπως την περιγράψαμε στην αρχή, δείχνει ασέβεια και πλήρη άγνοια για το πώς βλέπει η Εκκλησία το γάμο. Η κίνηση του άντρα στο να πατήσει τη γυναίκα, δηλώνοντας έτσι την εξουσία του σ’ αυτή, ή της γυναίκας για να δείξει ότι δε «φοβάται» τον άντρα της δείχνει ότι και οι δύο είναι εντελώς ανυποψίαστοι για το ύψος και τη σημασία του μυστηρίου.

            Ας κατανοήσουμε ότι η ορθόδοξη Εκκλησία μας μας καλεί μέσα από το μυστήριο του γάμου σε μια σχέση ισότητας, αγάπης και θυσίας. Αυτό γίνεται επιτακτική ανάγκη σήμερα που βλέπουμε τα μεγάλα και αλυσιδωτά προβλήματα που προκύπτουν από τους διαλυμένους γάμους και που μαστίζουν την κοινωνία μας.

            Σήμερα, που ζούμε στην εποχή των γνώσεων και της τεχνολογίας, είναι καιρός και οι μελλόνυμφοι να φροντίζουν να μαθαίνουν για το γάμο και τη θέση που του δίνει η Εκκλησία. Είναι καιρός να καταλάβουμε ότι έχουμε φτωχύνει πάρα πολύ τη συμμετοχή μας στο μυστήριο του γάμου με όλα τα εξωτερικά στοιχεία με τα οποία το έχουμε φορτώσει. Είναι καιρός για προβληματισμό και ανακάλυψη για ακόμα μια φορά του κρυμμένου θησαυρού, τον οποίο έχει αποκρύψει η άκρως υλιστική ζωή μας.  


            * Ένας νεοφανής τρόπος αντίδρασης-κι αυτός έξω από τα εκκλησιαστικά πλαίσια- είναι το αλληλοφίλημα των νεονύμφων στο άκουσμα της επίμαχης φράσης.