Ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Μεγαλομάρτυρας καὶ θαυματουργός

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1384. Ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα σὲ μικρὴ ἡλικία μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἀδέλφια του, τὴν δὲ φροντίδα τους, μετὰ τὸν Θεό, ἀνέλαβε ἡ εὐσεβὴς μητέρα του. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν εἰσῆλθε στὴν ἀκμάζουσα τότε ἱερὰ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ ὄρους τῶν Ἀμώμων (Καθαρῶν) τῆς Ἀττικῆς. Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ἀκολούθησε μὲ ἔνθεο ζῆλο τὸν Χριστό, καὶ διέπρεψε μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τοὺς πόνους τῆς ἀθλήσεώς του στὸ ὄρος τῶν Ἀμώμων Ἀττικῆς (Περιοχὴ Νέας Μάκρης). Ἀξιώθηκε ἀκόμα νὰ λάβει τὸ μέγα Μυστήριο τῆς ἱερωσύνης καὶ τὸ χάρισμα νὰ ὑπηρετεῖ τὸ ἅγιο θυσιαστήριο, σὰν ἄγγελος Θεοῦ, μὲ φόβο Θεοῦ καὶ πολλὴ κατάνυξη. Στὶς 14 Σεπτεμβρίου, γιορτὴ τῆς ὕψωσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ 1425, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ ἕνα ἀσκητήριό του στὴ Μονή, τὴν εἶδε τελείως κατεστραμμένη καὶ χωρὶς Πατέρες, (εἶχαν σφαγιασθεῖ ἀπὸ βαρβάρους Τούρκους), συνελήφθη καὶ ἄρχισαν τὰ μαρτύριά του, ποὺ τελείωσαν στὶς 5 Μαΐου 1426, ἡμέρα Τρίτη καὶ ὥρα 9.00΄ τὸ πρωί. Τὸν κρέμασαν ἀνάποδα σ΄ ἕνα δένδρο, ποὺ σῴζεται ἀκόμα, τὸν κάρφωσαν στὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, καὶ τέλος τὸ καταπληγωμένο καὶ μαρτυρικὸ σῶμα του τὸ διαπέρασαν μὲ ἀναμμένο ξύλο καὶ ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν στεφανοδότη Χριστό. Ἡ εὕρεση τῶν μαρτυρικῶν του λειψάνων, ἔγινε στὶς 3 Ἰανουαρίου 1950. Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ γιορτάζεται δυὸ φορὲς τὸ χρόνο, στὶς 3 Ἰανουαρίου ἡ εὕρεση τῶν τιμίων λειψάνων του, καὶ στὶς 5 Μαΐου τὸ μαρτυρικό του τέλος.