Μπροστά στη Μεγάλη Βδομάδα: Συλλογισμοί και θύμησες*

Βράδυ Σαββάτου του Λαζάρου και συζητούμε με φίλους και ευσεβείς Λευίτες για την επιστροφή των Ελλήνων της Κύπρου στις εκκλησίες του νησιού κατά τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος. Το είχαμε συζητήσει και παλαιότερα. Μάλιστα, με προτροπή πατρική και ιερατική, προσπάθησα παλαιότερα να εικονίσω σε ένα μικρό κείμενο την επιστροφή των Κυπρίων στα χωριά τους τις άγιες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα.

Ο σεβασμιότερος της εκτάκτου συνάξεως εξηγά για τη σχέση της Μεγάλης Εβδομάδος και των παιδικών βιωμάτων. Κάτι ξυπνά μέσα στις ψυχές πολλών Κυπρίων. Κάτι βαθύτερο από την κρούστα της αδιαφορίας και της ρουτίνας. Και επιστρέφουν στους ναούς της υπαίθρου και των πόλεων. Με τα βιβλιάρια των ακολουθιών. Αλλιώτικοι. Περισσότερο ανοικτοί στον διπλανό και τον πόνο του. Αληθινοί πιότερο. Τιμιότεροι. Και είναι οι ναοί μας κατάμεστοι και τα βράδια αυτών των ημερών έμπλεα ενός άλλου πλούτου και ενός αρώματος της παλαιάς πρωτινής Κύπρου. Το άρωμα και η ομορφιά των παιδικών βιωμάτων σε κάποιες μακρινές ημέρες Μεγάλης Εβδομάδος, κάποιες ημέρες πασχαλινής αναστάσιμης χαράς.

Η συζήτηση ακολούθησε κατόπιν την αναζήτηση της μυστικής δυνάμεως, του κρύφιου πλούτου των αγίων ημερών. Ακολούθησε τα αγωνιώδη βήματα δεκάδων, εκατοντάδων αδελφών μας στο μυστήριο της εξομολογήσεως. Τα βήματα της μετανοίας που συχνά τα οδηγεί ο νόστος κάποιων παιδιών βιώσεων της αναστάσιμης χαράς. Η ωρίμανση μιας απόφασης για ρήξη με τη ζοφώδη εποχή των χρημάτων, της έντονης κινητικότητας, της προβολής και της σύγχυσης.

Η Μεγάλη Εβδομάδα και τα παιδικά μας βιώματα. Οι γιαγιάδες με τα καπνιστήρια. Τα υλικώς πολύ φτωχότερα χρόνια προ και μετά την εισβολή. Οι πρώτοι επιτάφιοι που προσκυνήσαμε. Οι ύμνοι, ο επιτάφιος θρήνος. Οι φτωχικές προσφυγικές εκκλησίες. Οι πρώτες απόπειρες για νηστεία. Εκείνες οι διηγήσεις στο αλησμόνητο Δημοτικό Σχολείο. Το μαρτύριο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σε γλαφυρή διήγηση της αγαπημένης μας δασκάλας. Τα κόκκινα αυγά. Βιώματα και αναμνήσεις.

Σκεφτόμουν τη σύντομη συζήτηση. Είπα να καταγράψω κάποια ψήγματα. Είναι αλήθεια πως κάποια όμορφα παιδικά βιώματα μπορούν να οδηγήσουν τα βήματά μας στις δύσκολες ημέρες μας.

*ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΓΕΙΩΤΗΣ

Δάφνης Παναγίδης

Του Γιάννη Πεγειώτη

»Με το Δάφνη Παναγίδη πρωτοσυναντηθήκαμε στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια όταν συναντηθήκαμε μια ομάδα παιδιών της Λέσχης Νέων του Ιδρύματος Παναγίδη με τους ανθρώπους του Συμβουλίου του Ιδρύματος. Για μένα τότε ήταν ένα πρόσωπο μυθικό. Ήταν ο γιος του ηρωικού πατρός Σολομώντος Παναγίδη του μεγάλου κοινωνικού εργάτη της Λεμεσού και της Κύπρου. Ο υιός του χαλκέντερου εργάτη του αμπελώνος του Κυρίου.
Κατόπινά οι συναντήσεις μας και οι συνεργασίες μας θα πύκνωναν στα χρόνια του ενενήντα με μια σειρά από κοινές πρωτοβουλίες στο σχολείο όπου ερχόταν και δίδασκε τα παιδιά για την ανακύκλωση και την αγάπη στο περιβάλλον .Ήταν ο κυκλούλης στην ακμή του τότε ,ένα πρόγραμμα του Ιδρύματος Παναγίδη για την ανακύκλωση αλουμινίου. Μαζί οργανώσαμε την πολύ επιτυχή Εκθεση Περιβάλλον 97 και 98.Το Ίδρυμα Παναγίδη και το Ζ Δημοτικό. Ένα μέρος της μεταφέραμε εκείνο το Καλοκαίρι στις Πλάτρες.
Εκείνη την περίοδο οργάνωσε και ένα σημαντικό φιλολογικό μνημόσυνο στο χώρο του Ιδρύματος στη μνήμη του φίλου και συμμαθητού του Γιάννη Κ Παπαδόπουλου. Τον αγαπούσε τον Γιάννη.
Συνεχίσαμε να συνεργαζόμαστε για την προβολή του έργου του πατρός του. Συζητήσαμε πολλά απογεύματα. Σε ένα από τα εκκλησιαστικά του μνημόσυνα με κάλεσε να μιλήσω και από εκεί νη την αφορμή προχωρήσαμε σε δημοσιεύσεις ποικίλες σε έντυπα της πόλης και παγκύπρια και σε δικτυακούς τόπους. Αναδημοσιεύσαμε στην εφημερίδα ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ το πολύ αναλυτικό κείμενο του Γιάγκου Βαρνάβα μικρή βιογραφία για το φωτιστή της Λεμεσού παπά Σολωμό. Μια σειρά εκπομπών στον ραδιοφωνικό Σταθμό της Μητρόπολης Λεμεσού με μέριμνα του αγαπητού Σταύρου Ολύμπιου επανέφεραν στην επικαιρότητα τον σκαπανέα της προανεξαρτησιακής  Λεμεσού ιδρυτή της ΟΧΕΝ Λεμεσού και επαναπρόβαλαν την παρουσία και πολυετή προσφορά του Ιδρύματος Παναγίδη . Παρόμοιες παρουσιάσεις έγιναν σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό με μέριμνα του Χρήστου Ιακώβου που υπήρξε στην εφηβεία δραστήριο μέλος της Λέσχης Νέων του Ιδρύματος.
Χαιρόταν αυτή την επαναπροβολή και άλλες δραστηριότητες που υπενθύμιζαν μια νεανική Λεμεσό που αγαπούσε το Χριστό.
Η φιλοξενία στο σπίτι του, μια γωνιά ομορφιάς και άλλου τρόπου και ήθους εκεί στον Άη Νικόλα ήταν μια συνεχής χαρά και παρηγορία. Από τα έτη του ενενήντα με τη φωτεινή παρουσία της κας Μαρούλλας της χαρισματικής και ελεήμονος συζύγου του περάσαμε στιγμές δημιουργικές συνομιλώντας . Τα τελευταία έτη συζητούσαμε για το βιβλίο του που έγραφε και ήταν στο τελικό στάδιο. Είχαμε προγραμματίσει μια συνάντηση μετά τις γιορτές για την οργάνωση μιας έκδοσης για τον πατέρα του και ευεργέτη της Λεμεσού. Τηλεφωνηθήκαμε για το βιβλίο του. Είμασταν στον αποχαιρετισμό του Φρίξου Δημητριάδη , κορυφαίου μαθητή του πατρός του και συναγωνιστή του. Μιλήσαμε .Εκεί συνάντησε και συναγωνιστές του από άλλες επαρχίες . Από τη Λευκωσία.
Η ώρα δεν είναι κατάλληλη για μακρόσυρτες γραφές. Οφείλω όμως να σημειώσω την αγάπη του για την Κύπρο και τον κόσμο της. Αγαπούσε πολύ και τη Δρούσια και τη φύση της Πάφου. Συχνά του έστελναν από το χωριό την αγάπη τους. Μικρά και εκφραστικά .Τα έφερνε ο μακαριστός Νεόφυτος Πεγειώτης ο πατέρας μου με τον οποίον συνδέονταν φιλικά από τα χρόνια του εξήντα. Ξανασυναντήθηκαν προ ετών στη Δρούσια και το χάρηκαν και οι δύο.
Ήταν δάσκαλος μας. Η χαρά το χιούμορ του η αγάπη του ήταν βάλσαμο. Τον κράτησε ο Θεός κοντά μας για να έχουμε ένα παράδειγμα , έναν άξαμο.
Η χριστιανική παρουσία του, χωρίς φοβίες με τόλμη και ευγένεια. Με θάρρος. Η φιλία του δεν ήταν πτωχή. Ήταν κεκοσμημένη, χαριτωμένη, φωτεινή.
Εκείνο που θαύμασα ήταν πως πέρα από διαφωνίες συνέχιζε να αγαπά
Είχε φίλους σε ολόκληρη την οικουμένη. Για να μείνει ελεύθερος απο δεσμά από την όποια αμαρτωλή ελίτ ξενιτεύτηκε. Δούλεψε σκληρά για να παραμείνει του Χριστού παιδί και όχι των κοσμοκρατόρων του κόσμου ετούτου
Ήταν ένας από τα παιδιά εκείνα της Λεμεσού, τους έφηβούς της Αγίας Τριάδος και της ΟΧΕΝ που κατοπινά δίδαξαν το Χριστιανισμό ως βίωμα . Την Ορθοδοξία μας ως αγκωνάρι του βίου μας. Άνθρωποι που δεν υπηρέτησαν ακρότητες μίσους χωρίς να δειλιάσουν να μαρτυρήσουν την άλλη την πρωτινή Κύπρο των Αγίων του Χριστού μας. Την Κύπρο ουράνια ΕΛΠΙΔΑ».

† 05/02/2019

Πατήρ Αναστάσιος Χαραλάμπους. Ο φωτισμένος πνευματικός καθοδηγητής της Αμμοχώστου.

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΕΓΕΙΩΤΗ*


«-Γιε μου είδες θάλασσα, είδες δεντρά, είδες ομορκιάν γυρόν μας; Είδες γιε μου; Είναι για να λυπάται ο άνθρωπος πάνω στούντη γη γιε μου;».

Ήταν οι χαρακτηριστικότεροι των εσχάτων της ευσεβούς σύναξης της Αμμοχώστου που κατάφεραν να αγωνιστούν και να επιβιώσουν στην προσφυγιά.

Ο πρώτος στην εντός των τειχών Λευκωσία και ο δεύτερος στη Λεμεσό της προσφυγιάς. Έυμορφοι άνθρωποι της Ανατολής, αληθινοί ατόφιοι Χριστιανοί. Περιπατούσαν αγωνιστές στην κοσμοπολίτικη Αμμόχωστο με αρετή κεκρυμμένη. Μορφές σεβάσμιες, αληθινές, με λόγο αυθεντικό και βιοτή ανυπόκριτη. Τους γνώρισα στα χρόνια του ενενήντα. Είχα αυτό το δώρημα από το Θεό να γνωρίσω έμπρακτα ιδίοις όμμασι την αγάπη στα βήματα αυτών των ανθρώπων του νησιού μας.

Ήταν απόγευμα θυμάμαι. Παρά τις περιπέτειες, το φορτίο ενός βίου εν πολλοίς ανερμάτιστου, εγωπαθούς και συγχυσμένου είχα πολύ αναπαυτεί. Ίσως για πρώτη φορά συνάντησα την όντως χαρά. Τη βίωνα βλέποντας, ακούγοντας, αφουκραζόμενoς τους κτύπους της καρδιάς του παππού Αναστάση. Πήγα κι άλλες μέρες κοντά του. Και άλλα μεσημέρια και απογεύματα τα πέρασε ακούγοντας με, στο στενό δωματιάκι, εξομολογητήριο της ενορίας. Βγαίνοντας στον περίβολο ένοιωθα την ανάγκη να γελώ, να χαμογελώ, στους δρόμους, να χορεύω …

Η ελαφρά συνάφεια με το Θεό. Η ειλικρινής καρδιακή, όχι συμφεροντολογική πίστη. Αυτά πάσκιζε να μου εξηγήσει καθώς άνοιγε δρόμους στα προβλήματα μου, καθώς με ορμήνευε πως να χειριστώ τις παλαιές μου αστοχίες. «Να έχεις κρυφό θησαυρό για την άνοδο. Να πεις θέλω τη χαρά μου, την πρόοδο, την πνευματική ελευθερία».

Φαντάζει σχεδόν αδύνατο το εγχείρημα. Να γράψω έστω κα λίγα για τον πατέρα Αναστάσιο Χαραλάμπους. Σε αντίθεση με άλλους, πολύ λίγο τον γνώρισα, κι ας θυσίασε τόσες ώρες για μένα, κι ας με αγαπούσε τόσο.

Σκέφτομαι τι τον έκανε να ξεχωρίζει. Τι ήταν όλη αυτή η γλυκύτητα και η ηρεμία που μετέδιδε. Να ήτανε τα πολλά χαρίσματα, οι δωρεές που έλαβε από το Θεό. Η λαϊκή αγροτική του καταγωγή, οι δοκιμασίες του βίου, η μεγάλη πείρα στις δεκαετίες της διαποίμανσης, η απερίσπαστη διακονία στο ιερό λειτούργημα του πρεσβυτέρου. Η από καρδιάς συνάφεια με τον ανθρώπινο βίο, τον πόνο και την οικογενειακή ζωή, με τις χαρές, τις μέριμνες και τις δυσκολίες της.

Λίγες ημέρες προτού φύγει τα είπαμε με αγάπη ένα πρωί. Με περίμενε. Είχε καιρό να βρεθούμε. Μα λες και τα λέγαμε κάθε πρωί, με άνεση και αισιοδοξία. Μας ήξερε τόσο καλά και τόσο πολύ. Γνώριζε τις δυνάμεις και περισσότερο τις αδυναμίες μας. Γι’ αυτές φρόντιζε, για την χωρίς πανικό ανατροπή τους. Ο παππούς άνοιγε δρόμους, ανάτρεπε διακριτικά πλάνες και φοβίες. Αγαπούσε πολύ και αληθινά. Η εξομολόγηση κοντά του δεν χαραζόταν ποτέ από εκείνο το σκληρό κλίμα φόβου που ταλαιπωρεί ακόμη και σήμερα κάποιους από τους Ορθοδόξους.

Πέρα από την αισιόδοξη ματιά, που χαρακτήριζε και πλούμιζε ολάκερη τη ζωή του, ο παππούς βοηθούσε ουσιαστικά, καλλιεργώντας μια θεώρηση του βίου μας και των δυσκολιών στα πραγματικά τους μεγέθη. Κόντρα στην θεωρητικολογία που χαρακτηρίζει αρκετούς από μας τους «νεοφώτιστους» των τελευταίων δεκαετιών, με γλώσσα απλή, λαϊκή προσγείωνε τις σκέψεις και τις προτεραιότητες στη γη, στα όντως προβλήματα μας και στις συχνά ιλαροτραγικές πηγές τους.

Νοσταλγώ την παρουσία και τους λόγους του, το παράδειγμα και την ελπίδα του. Το περπάτημα του πάνω στη γη, την σχέση του με την πραγματικότητα, τον τρόπο που ξεκαθάριζε τ’ αληθινό από το φαντασιώδες, την χάρη με την οποία μας απεγκλώβιζε από τις σκιαμαχίες και τις πλάνες.

«Γιε μου, πόσες ώρες χαίρεσαι, πόσες ώρες πλήττεις; Τι έχεις δικό σου; Τίποτα. Είσαι εξαρτώμενος από το θείο. Να νοσταλγούμε το θείο για να ΄χουμε γαλήνη και ηρεμία. Να έχεις κρυφό θησαυρό για την άνοδο. Η πράξη εν δύσκολη. Χρειάζεται προσευχή».

Πέθανε ο παππούς. Δύσκολο να γράψεις για ένα τόσο γλυκό πατέρα, για την αγάπη και τα μάτια του. Τον είχα πρωτοδεί φοιτητής και ακόμη μέμφομαι τον εαυτό μου που έχασε τότε την ευκαιρία να τον έχει συμπαραστάτη και πνευματικό από πολύ νωρίς. Μπορεί να ήταν άλλος ο βίος και τα βήματα μου. Συχνά, σαν με έβρισκε στους δρόμους της Παλαιάς Λευκωσίας, με έπιανε στοργικά από τον ώμο και επαναλάμβανε όσα μου είχε πει και παλαιότερα: « Βιώματα γιε μου. Βιώματα, να μεν μείνεις ξερός».

Όπου τον έταξε ο Θεός υπηρέτησε από καρδιάς και μ’ αγάπη περισσή. Είχε πολλά περισσεύματα η καρδιά του. Ημέρες ολάκερες με το πετραχήλι και το φωτισμό του πνευματικού, κατάκοπος και με προβλήματα υγείας βασανιστικά, επέμενε να στηρίζει, να δίνει λύσεις, να φωτίζει σκότη απογνώσεως. Πολέμησε με γλυκύτητα και χάρη, όσο λίγοι στην εποχή μας, την απελπισία και τα σκληρά σκοτάδια της. Είναι πολλές οι γνωστές και άγνωστες φωτοπλημμύρες που σκόρπισε με τους λόγους και τις διακριτικές τομές του στα σκότη και τα ερείπια πολλών βασανισμένων υπάρξεων.

Νοιώθω να είναι κοντά μας στο πλάι, συμπαραστάτης και βοηθός.

Αναπαυμένος κοντά στον Άγιο Μέμνωνα, τον τόσο αγαπημένο του, στον Άγιο Αντώνιο, κοντά στους παλαιούς χαριτωμένους Κυπριώτες συγκαιρινούς και αλλοτινούς ακολούθους του Θεού της αγάπης και της παρηγοριάς.

Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Η μητέρα μας Εκκλησία σε λίγες μέρες πρόκειται να γιορτάσει μία από τις πιο μεγάλες και λαμπρές ετήσιες εορτές του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Η εορτή των Χριστουγέννων αποτελεί για την Εκκλησία μας δεσποτική εορτή, καθότι οι Χριστιανοί εορτάζουν «τό μέγα καί παράδοξον θαῦμα» της κατα σάρκα γέννησης του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Αποτελεί όντως μέγα και παράδοξο θαύμα, επειδή ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει αυτό που χώρεσε η Θεοτόκος στα σπλάχνα της. Ο Χριστός, κατά την ενανθρώπηση του, προσέλαβε όμοια με εμάς ανθρώπινη φύση ως ο νέος Αδάμ, για να θεώσει την δική μας φύση· «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Συναναστράφηκε μαζί μας – «καί ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ Γ´, 38) – κάνοντάς μας συμμέτοχους στην αιώνια βασιλεία Του, αφού προηγουμένως μας υπέδειξε τον σωστικό δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Η μέρα των Χριστουγέννων έχει δεσπόζουσα σημασία για τη ζωή του Χριστιανού. Μέχρι τον 4ο αιώνα, τα Χριστούγεννα εορτάζονταν την ίδια μέρα με τα Θεοφάνεια (6η Ιανουαρίου). Με την πάροδο όμως του χρόνου, η Εκκλησία θέσπισε ως μήνα και μέρα εορτής την 25η Δεκεμβρίου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, θεωρεί πως η Εκκλησία καλώς έπραξε θεσπίζοντας ως μήνα εορτής των Χριστουγέννων τον Δεκέμβριο, γιατί, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, αυτός ήταν ο πραγματικός μήνας κατά τον οποίο ο Χριστός ετέχθη. Εδραζόμενος στα δύο βιβλία της Αγίας Γραφής (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), υπολόγισε με μαθηματική ακρίβεια ότι η εποχή κατα την οποία η Θεοτόκος γέννησε τον Θεάνθρωπο Χριστό, συμπίπτει με τον μήνα Δεκέμβριο. Στο ευαγγέλιο του Λουκά(1,26- 27,31) αναφέρεται πως, όταν η Ελισάβετ ήταν έξι μηνών έγκυος στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο αρχάγγελος Γαβριήλ εμφανίστηκε στην Θεοτόκο και της γνωστοποίησε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει τον σωτήρα του κόσμου Ιησού. Γι’ αυτό τον λόγο, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει πως, αν γνωρίζαμε ποιος ήταν ο μήνας που η Ελισάβετ συνέλαβε, τότε αυτομάτως θα ξέραμε και τον μήνα που γεννήθηκε ο Χρίστος μετρώντας εννέα μήνες από τον έκτο μήνα της σύλληψης της Ελισάβετ. Ο ιερός πατήρ, χρησιμοποιώντας συνδυαστικά τα βιβλία της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, εξηύρε τον ακριβή μήνα που συνέλαβε η Ελισάβετ τον Τίμιο Πρόδρομο, με αποτέλεσμα να μάθουμε τον μήνα της γέννησης του Χριστού. Παρενθετικά, να πούμε πως η σύλληψη της Ελισάβετ δεν αναγράφεται στην Αγία Γραφή αλλά συμπεραίνεται από τα συμφραζόμενα των βιβλίων της. Ως εκ τούτου, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υποστηρίζει πως ο μοναδικός τρόπος για να καταστεί γνωστή η εποχή κατά την οποία η Ελισάβετ συνέλαβε είναι να εντοπίσουμε τον ακριβή μήνα κατά τον οποίο ο προφήτης Ζαχαρίας (σύζυγος της Ελισάβετ) έλαβε τη χαρμόσυνη είδηση από τον αρχάγγελο Γαβριήλ -ευρισκόμενος στα Άγια των Αγίων- πως το αίτημά του να αποκτήσει παιδί εισακούστηκε από τον Θεό, παρά το ότι η Ελισάβετ ήταν στείρα.

Ποιος όμως ήταν ο μήνας κατα τον οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ ανακοίνωσε το χαρμόσυνο μήνυμα στον Ζαχαρία για τη σύλληψη της Ελισάβετ, διερωτάται ο Άγιος Ιωάννης. Σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο, μόνο ο αρχιερέας μπορούσε να εισέλθειστα Άγια των Αγίων, μια φορά τον χρόνο – «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ» (Εβρ. 9,7) – κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας, για να προσφέρει θυσία προς εξιλέωση του ιδίου και του υπόλοιπου ιερατείου. Η γιορτή του Εξιλασμού ή της Σκηνοπηγίας πραγματοποιούνταν, σύμφωνα με την επιταγή του Γιαχβέ, τη δεκάτη του εβδόμου μηνός Τισρί κατά το εβραϊκό ημερολόγιο – «ἐν τῷ μηνί τῷ ἑβδόμῳ δεκάτῃ τοῦ μηνός» – που αντιστοιχεί στον μήνα Σεπτέμβριο.

Ποιος όμως κλήθηκε, κατά την ιερατική τάξη, να υπηρετήσει ως ιερέας ενώπιον του Θεού στον ναό; Ο Ζαχαρίας· «Ἐγένετο δέ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτόν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ κατά τό ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθών εἰς τόν ναόν τοῦ Κυρίου» (Λουκ. 1,8-9).

Συνεπώς, μετρώντας έξι μήνες από τον μήνα Σεπτέμβριο, φτάνουμε στον μήνα Μάρτιο. Όπως προαναφέραμε, όταν η Ελισάβετ ήταν έξι μηνών έγκυος, τότε η Παναγία συνέλαβε τον Ιησού· «Ἐν δέ τῷ μηνί τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριήλ ὑπό τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ, πρός παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καί τό ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ. Καί εἰσελθών ὁ ἄγγελος πρός αὐτήν εἶπε· […] καί ἰδού συλλήψῃ ἐν γαστρί καί τέξῃ υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Λουκ. 1,26-31). Οπότε μετρώντας από τον μήνα Μάρτιο εννέα μήνες, φτάνουμε στον μήνα που διανύουμε τώρα, δηλαδή τον Δεκέμβριο. Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, προχωρώντας σε μια αποκωδικοποίηση των κειμένων της Αγίας Γραφής, τεκμηρίωσε με εμπεριστατωμένο τρόπο πως «ἡ τοῦ Χριστοῦ γέννησις», παρά τις διιστάμενες απόψεις, πραγματοποιήθηκε όντως κατα τον μήνα Δεκέμβριο.

Λουκαΐδης Φίλιππος, Μέλος Ορθοδόξου Γραφείου Ομολογίας, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού

Η εικόνα της του Χριστού Γεννήσεως. Θεολογική ερμηνεία | Λειτουργικά και  Ερμηνευτικά - Άγιος Κοσμάς Ο Αιτωλός | Ορθόδοξος Ιεραποστολικός Σύνδεσμος

Εγωισμός, η τραγωδία του ανθρώπινου προσώπου

Οι θεοφόροι Πατέρες υποστηρίζουν πως το προπατορικό αμάρτημα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο εγωισμός. Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος υποστηρίζει συγκεκριμένα πως το αμάρτημα αυτό εκφράστηκε ως τάση αυτόνομης ισοθεΐας και συνάμα ως αδυναμία συγγνώμης, στοιχεία που συνθέτουν την έννοια του εγωισμού.

Ο εγωισμός, λοιπόν, αποτελεί την αιτία της τραγωδίας του ανθρώπινου προσώπου. Η τραγωδία αυτή συμφαίνεται με την έννοια της αμαρτίας. Τι είναι αμαρτία; Κατά τους Πατέρες είναι το ξαστόχημα του ανθρώπου αναφορικά με την επίτευξη της ευτυχίας. Ο άνθρωπος εγωιστικά πιστεύει πως θα βρει την ευτυχία, όχι με την τήρηση των εντολών του Θεού, αλλά με την παραβίασή τους. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης πιστεύει πως «ο εγωισμός ξιπάζεται να δημιουργήσει τον δικό του κόσμο μακριά από τον Θεό και την εν ταπεινώσει τήρηση των εντολών Του».

Ο εγωισμός, λοιπόν, είναι η ουσία του κακού και της πτώσης, όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά και του διαβόλου.  Θα σημειώσει περί αυτού ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «οι δαίμονες φύσει κακοί· αλλ᾿ εκ παραχρήσεως των φυσικών δυνάμεων κακοί γεγόνασι». Δηλαδή, ο δαίμονας ξέπεσε εξαιτίας του εγωισμού του.

Ο Χριστός με τη σάρκωσή Του αντιπαραβάλλει στον εγωϊσμό την αρετή της ταπεινώσεως. Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί πως το γεγονός της σαρκώσεως αποτελεί το δυνατότερο και σπουδαιότερο μάθημα ταπεινώσεως. Επισημαίνει χαρακτηριστικά: «ο δημιουργός Θεός γίνεται βρέφος, γεννιέται μέσα σε μια σπηλιά, τοποθετείται σε μια ταΐστρα των ζώων, στη συνέχεια μεγαλώνει στο σπίτι ενός μαραγκού, του Ιωσήφ, και μιας φτωχής μητέρας. Διδάσκεται και ακούει πράγματα που δεν έχει ανάγκη να ακούσει, αφού, ως Λόγος του Πατρός και ταυτόχρονα  ενυπόστατος σοφία Του, είναι παντογνώστης».

Ο Χριστός όντας Θεός αληθινός είναι πηγή των αρετών και ιδίως πηγή της αρετής της ταπεινώσεως. Ο άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω υποστηρίζει πως «ο Χριστός αναμένει από εμάς να επαναλάβουμε στη ζωή μας τα χαρακτηριστικά της θεανδρικής προσωπικότητάς Του και ιδίως την ταπείνωσή Του».

Είναι τραγικό το γεγονός πως ο σύγχρονος άνθρωπος έχοντας αποσείσει από τη ζωή του τον Χριστό απέσεισε και την ταπείνωση, και δυστυχώς βιώνει τον εγωισμό με αρνητικές συνέπειες, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Έτσι, παραδείγματος χάριν, στο επίπεδο των διακρατικών σχέσεων, όπου υπάρχει ο εγωισμός που γεννά τον εθνικισμό και σοβινισμό, δημιουργούνται πολεμικές συγκρούσεις.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης χαρακτηρίζει τον πόλεμο ως τη μεγαλύτερη αμαρτία και τον πολεμοχαρή άνθρωπο ως τον μεγαλύτερο αμαρτωλό, ακριβώς γιατί βιώνει το πνεύμα του εγωισμού και της οίησης. Εξάλλου, η αποξένωση και το αίσθημα μοναξιάς που νιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος, όπως αποτυπώθηκε και στο έργο του Άλμπερτ Καμύ «Ο ξένος», δεν είναι τίποτα άλλο παρά συνέπεια της βίωσης του εγωισμού. Ο εγωιστής άνθρωπος δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον συνάνθρωπό του, γιατί δεν μπορεί να βγει από το «εγώ» του. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος εύστοχα παρατηρεί: «ο μη έχων ταπείνωσιν ου συνιεί». Ο άνθρωπος που δεν έχει ταπείνωση ζει στον δικό του κόσμο, δεν κατανοεί τον άλλο, δεν μπορεί να βρεθεί στη θέση του και για αυτό τον αφήνει αδιάφορο ο ξένος πόνος και η δυστυχία.

Άλλος χώρος στον οποίο η παρουσία του εγωισμού λειτουργεί αρνητικά είναι οπωσδήποτε και ο χώρος της οικογένειας. Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος αναφέρει: «από τη στιγμή που ένας άνθρωπος εγωιστικά σκεπτόμενος θεωρεί πως είναι τέλειος, τότε πιστεύει πως και ο άλλος δίπλα του ασφαλώς δεν είναι σωστός». Στην προκείμενη περίπτωση ο άλλος είναι ο σύζυγος ή η σύζυγος. Κατά την αντίληψή του, τα οποιαδήποτε προβλήματα στη σχέση του με τον άλλο μέσα στον γάμο του, δεν οφείλονται στον ίδιο. Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε και την κρίση που υφίσταται ο θεσμός της οικογένειας . Ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συνήθιζε να λέει: «παλιά οι άνθρωποι είχαν ταπείνωση, για αυτό και οι άντρες ανέχονταν σκληρές γυναίκες και οι γυναίκες ανέχονταν σκληρούς άντρες». Σήμερα δεν ανέχεται κανένας κανένα, για αυτό και υπάρχουν τόσα διαζύγια.

Τέλος, άλλος χώρος που δυστυχώς επηρεάζεται από τον εγωισμό είναι και ο εργασιακός. Εδώ ο εγωισμός κινείται σε δύο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι η συμπεριφορά του προϊσταμένου προς τον υφιστάμενό του. Όταν απουσιάζει η ταπείνωση, ισχύει αυτό που καταγράφει ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: «επειδή δεν έχουμε ταπείνωση, πρώτα πρώτα βασανίζουμε τους εαυτούς μας και ύστερα τους άλλους γύρω μας». Το δεύτερο επίπεδο είναι η εκμετάλλευση που έχει να κάνει με την πλεονεξία, που είναι γέννημα του εγωισμού. Ο πλεονέκτης εργοδότης κυριολεκτικά εκμεταλλεύεται τον εργαζόμενο, τον οποίο θεωρεί ως μέσο εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Έτσι, στο όνομα της πλεονεξίας και του συμφέροντος των εργοδοτών, μπορεί να έχουμε απαράδεκτα ωράρια εργασίας ή απαράδεκτα χαμηλούς μισθούς ή ακόμα και παραβίαση των εργασιακών συμβάσεων.

Θα λέγαμε, λοιπόν, εν κατακλείδι πως ο εγωισμός επηρεάζει αρνητικά της ποιότητα ζωής του ανθρώπου σε όλες τις εκφάνσεις του και τελικά τον μεταβάλλει από πρόσωπο σε άτομο.

Σάββας Αλέξανδρου, Διευθυντής Γραφείου Ορθοδόξου Ομολογίας, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού

Σώμα και Ψυχή

Στην ορθόδοξη Πατερική θεολογία, ο άνθρωπος προβάλλει ως μια ενιαία ψυχοσωματική ολότητα. Ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος λέει γι’ αυτό: «Ὁ ἄνθρωπος ζῶόν ἐστι ὁρατόν τε καί ἀόρατον, θνητόν τε καί ἀθάνατον». Ο άνθρωπος είναι ύπαρξη ορατή, γιατί έχει σώμα υλικό· είναι όμως συνάμα και ύπαρξη αόρατη διότι έχει ψυχή άυλη και αόρατη. Είναι θνητός, διότι έχει σώμα που φθείρεται και πεθαίνει· είναι όμως συνάμα και αθάνατος, διότι έχει ψυχή που ζει αιώνια.

Υπό αυτή την έννοια ενώνει στο πρόσωπό του δύο κόσμους, τον υλικό και τον άυλο. Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων μιλώντας για το σώμα σημειώνει: «Τό σῶμά ἐστιν ἐργαλεῖον καί στολή τῆς ψυχῆς». Η ψυχή πάλι, κατά τη θεολογία του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου «κτῖσμά ἐστι νοερόν καί ὠραῖον, μέγα καί θαυμαστόν καί διά τήν παράβασιν τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, εἰσῆλθεν ἐν αὐτῇ ἡ πονηρία τῶν σκοτεινῶν παθῶν».

Στην ορθοδοξία τονίζεται πως ο αγιασμός και η θέωση αφορούν και τα δύο αυτά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Επισημαίνει γι’ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Τό σῶμα συνθεοῦται τῇ ψυχῇ κατά τήν ἀναλογοῦσαν αὐτῷ μέθεξιν τῆς θεότητος». Δηλαδή, μαζί με την ψυχή θεώνεται και το σώμα των Αγίων, ανάλογα με τον βαθμό της κάθαρσής του από τα πάθη. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και τα λείψανα των αγίων διατηρούνται άφθαρτα και ευωδιάζουν, διότι ενοικεί σ’ αυτά η θεία χάρις. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει γι’ αυτό: «Ὁ Χριστός τά τῶν ἁγίων λείψανα παρέσχεν ἡμῖν πηγάς σωτηρίας τάς εὐεργεσίας πηγάζοντα». Δηλαδή, ο Χριστός οικονόμησε να έχουμε την ευλογία των αγίων λειψάνων που ευεργετούν με τα θαύματά τους τους πιστούς ανθρώπους.

Στη θεολογία του Άγιου Θεοδώρου του Σαββαΐτου, τονίζεται η πλήρης συνεργασία σώματος και ψυχής που υπήρχε προπτωτικά και αφορούσε τη θέωση του όλου ανθρώπου. Ο Άγιος Θεόδωρος υποστηρίζει πως το σώμα, διά των αισθήσεων, επικοινωνούσε με τον κτιστό υλικό κόσμο και δι’ αυτού ανήγετο προς τον Θεό. Η ψυχή πάλι κοινωνούσε με τον πνευματικό κόσμο και δι’ αυτού επίσης ανήγετο προς τον Θεό. Η διακοπή αυτής της συνεργασίας γίνεται με το προπατορικό αμάρτημα, που κατά τη θεολογία του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς δεν ήταν τίποτα άλλο πάρα «η προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει θεός χωρίς Θεό και εναντίον του Θεού». Έκτοτε μπαίνει στη ζωή του ανθρώπου ο οντολογικός δυϊσμός· η διάσταση, δηλαδή, ψυχής και σώματος που θέλει τη ψυχή να έλκεται προς τα πάνω, ενώ το σώμα προς τα κάτω. Μέσο υπέρβασης του οντολογικού δυϊσμού αποτελεί η άσκηση. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος στα «Ασκητικά» του τη χαρακτηρίζει μητέρα του αγιασμού.

Εξάλλου, ο Άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, μεγάλος φιλοκαλικός πατέρας της Ανατολής, μιλώντας για την αξία και τη χρησιμότητα του σώματος και του νου, που κατά τη θεολογία των Πατέρων είναι ο οφθαλμός της ψυχής, υπογραμμίζει: «Δώσε στο σώμα την ανάλογη με την κράση του εργασία, για να μπορεί να συντηρηθεί, και στρέψε τον νου προς τον Θεό και στον αγώνα για την κάθαρση από τους εμπαθείς λογισμούς». Οι νηπτικοί Πατέρες, τονίζουν: «Αν θέλεις να είσαι σωστός ψυχικά και σωματικά, δώσε στο σώμα τροφές και σκεπάσματα, για να μπορεί να επιβιώσει· όσον δε αφορά την ψυχή, δώσε στο μεν λογιστικό την προσευχή και την κατά Θεόν μελέτη, στο θυμικό το μίσος προς τον διάβολο και την αγάπη προς τον πλησίον, στο δε επιθυμητικό την εγκράτεια».

Ο Μέγας Βασίλειος, δίνοντας τη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου, εστιάζει στη σχέση του με τη σάρκα και τις επιθυμίες της και τη στενή σύνδεση με το Άγιο Πνεύμα. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Πνευματικός είναι ο άνθρωπος εκείνος που δεν σύρεται από τις παράλογες επιθυμίες της σάρκας, που τον κατεβάζουν στο επίπεδο των ζώων, αλλά καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα και έχει μια ανώτερη πνευματική θέαση της ζωής και του κόσμου».

Τέλος, για τους Πατέρες της Ορθοδοξίας ο αγιασμός του ανθρώπινου προσώπου επιτυγχάνεται με την ένωσή του, σωματικώς και πνευματικώς, με τον Τριαδικό Θεό, που τον καθιστά μια ενιαία ψυχοσωματική ενότητα, κατά χάριν θεόν. Σημειώνει γι’ αυτό ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: «Ὁ ἄνθρωπος ἑνοῦται τῷ Θεῷ σωματικῶς καί πνευματικῶς καί τῇ οὐσιωδῶς ἑνώσει γίνεται κατά χάριν τρισυπόστατος, εἷς θέσει Θεός».

Σάββας Αλεξάνδρου, Διευθυντής Γραφείου Ορθοδόξου Ομολογίας, Ιερά Μητροπόλη Λεμεσού

Ἐπικήδειος Λόγος στόν γέροντα Ἀθανάσιο

Τοῦ Πανιερωτάτου  Μητροπολίτη Κιτίου, κ. Νεκταρίου στόν Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου Ἀρχιμανδρίτη Ἀθανάσιο 19 Ἰανουαρίου 2021

Ἡ σημερινή ἐπίσκεψή μας στήν Ἱερά Μονή Σταυροβουνίου δέν εἶναι ὅπως τίς προηγούμενες. Σήμερα, δέν ἤρθαμε μέ τήν εὐκαιρία ἑορτῆς ἤ πανήγυρης. Χρέος ἱερό, ἀλλά, καί συνάμα θλιβερό ὁδήγησε τά βήματά μας σ’ αὐτό τόν ἁγιασμένο τόπο. Ἤρθαμε, γιά νά προπέμψουμε στήν αἰωνιότητα τόν, γιά σχεδόν σαράντα χρόνια, εὐλαβέστατο καί σεβάσμιο Ἡγούμενο τῆς Μονῆς αὐτῆς, Γέροντα Ἀθανάσιο. Καί ἐνῷ ἡ ψυχή τοῦ ἀοιδίμου γέροντος περιχορεύει ἐν οὐρανίοις θαλάμοις, ἐμεῖς, ἄλλοι αἰσθητώς καί ἄλλοι νοερώς, στεκόμαστε αὐτή τήν ὥρα κύκλῳ τοῦ τιμίου αὐτοῦ λειψάνου, γιά νά ἀσπαστούμε γιά τελευταία φορά τήν τιμία δεξιά του, ἡ ὁποία μᾶς εὐλόγησε ὅλους πολλές φορές. «Καὶ ἐτελεύτησε Μωυσὴς ὁ οἰκέτης Κυρίου καὶ ἔκλαυσαν αὐτόν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ» ( Δευτερονομ. ΛΔ΄, 78).

Πενθεῖ σήμερα ἡ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς γιά τόν ἀποχωρισμό ἀπό τόν πνευματικό της πατέρα, μακαριστό Ἡγούμενο Ἀθανάσιο. Πενθεῖ ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας γιά τήν ἀπώλεια ἑνός τέτοιου μεγάλου πνευματικοῦ ἀναστήματος. Πενθεῖ ἡ Κύπρος ὁλόκληρη, κληρικοί, μοναχοί, μοναχές καί ἁπλοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ὅλοι ὅσοι τόν γνώρισαν καί ἐναπέθεσαν τίς ἁμαρτίες τους στό πετραχήλι του λαμβάνοντας ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ψυχική ἀνάπαυση ἤ μέ ὁποιονδήποτε ἄλλο τρόπο ἐλεήθηκαν ἀπό τόν φιλόθεο καί φιλάνθρωπο γέροντα. Γνωρίζαμε καλά ὅτι καί ὁ ἀείμνηστος πατήρ, ὡς ἄνθρωπος, κάποτε θά ἐγκατέλειπε τόν πρόσκαιρο αὐτό κόσμο, ἀφοῦ, σύμφωνα μέ τό ἀποστολικό «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν» (Ἑβρ. 9, 27). Ἀνθρωπίνως θλιβόμαστε γιά τόν ἀποχωρισμό καί τή στέρηση τῆς φυσικής του παρουσίας. Παρηγορούμαστε, ὅμως, ἀπό τήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς Θεσσαλονικεῖς, «Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καί οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ» (Θεσσαλ. 4, 13-14). καί ὁ ἀοίδιμος γέροντας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἔζησε καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐκοιμήθη. Εὑρισκόμενος, πλέον, ὁ γέροντας πλησίον τοῦ Θεοῦ θά δέεται μέ μεγαλύτερη παρρησία ὑπέρ τῶν ἀπορφανισθέντων αὐτοῦ τέκνων.

Δύσκολο νά γραφτεῖ ἐπικήδειος γιά τόν μακαριστό Ἡγούμενο Ἀθανάσιο. Αἰσθανόμαστε ὅτι ἀπορεῖ ἡ γλώσσα νά μιλήσουμε γιά τόν γέροντα. Ὅσα καί νά ποῦμε, δέν μποροῦμε νά περιγράψουμε τό μέγεθος τῆς πνευματικότητας καί τό ὕψος τῆς ταπεινοφροσύνης του. Ἐξωτερικά ἡ ζωή τοῦ γέροντα ἦταν ἁπλή, χωρίς ἴχνος ἐκκοσμίκευσης ἤ διάθεση προβολῆς. Ὁ γέροντας συνεχίζοντας τήν παράδοση τῶν Σταυροβουνιωτῶν γερόντων του, ἔκρυβε ἐπιμελώς τήν ἀρετή του ἐφαρμόζοντας τό γραφικό λόγιο «Κύριον δὲ τὸν Θεὸν ἁγιάσατε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Α΄ Πέτρ. γ΄, 4). Ὅσο καί νά ἤθελε νά κρύψει τήν ἀρετή του, ἦταν δύσκολο, ἀφοῦ σύμφωνα μέ τόν ἀψευδῆ λόγο τοῦ Κυρίου μας «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε΄, 14).

Ὁ μακαριστός Ἡγούμενος Ἀθανάσιος γεννήθηκε στό χωριό Ἄσσια στή Μεσαορία. Ἦταν ὁμοχώριος τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος τοῦ Θαυματουργοῦ, τόν ὁποῖο ὑπερβαλλόντως εὐλαβεῖτο καί τιμοῦσε. Οἱ γονεῖς του, γεωργοί, ἄνθρωποι ἁπλοί καί φιλόθεοι. Ἐτελειώθησαν καί οἱ δύο διά τοῦ μοναχικοῦ σχήματος. Προτοῦ ἀκόμα ἐνηλικιωθεῖ ὁ ἔφηβος Ἀνδρέας (αὐτό ἦταν τό ὄνομα πού ἔλαβε στή βάπτισή του), ἄναψε μέσα στήν ἀγαθή ψυχή του ὁ πόθος τοῦ μοναχισμού. Ὁ Θεός ὁδήγησε τά βήματά του στό εὐλογημένο Κοινόβιο τοῦ Σταυροβουνίου. Ἦρθε στό μοναστήρι μέ ἐφόδιο τήν ἁπλότητα καί τή λαϊκή πίστη του, πού κληρονόμησε ἀπό τούς γονεῖς του καί τήν ἐκκλησιαστική παράδοση τοῦ χωριού του. Σάν δέντρο ῥίζωσε ὁ γέροντας Ἀθανάσιος στό μοναστήρι τῆς μετανοίας του κάτω ἀπό τή σκιά τοῦ «εὐσκιόφυλλου δένδρου» τοῦ «μακαρίου Ξύλου» τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Ἀπό τά ἐνενῆντα πέντε χρόνια πού ἔζησε ἐπί τῆς γῆς ὁ γέροντας τά ὀγδόντα τά πέρασε στό μοναστήρι. Ἔγινε μέλος μιᾶς ἀδελφότητας μέ ἀγωνιστές, ἀσκητές πατέρες, κληρονόμος καί συνεχιστής τοῦ ἀρχαίου ἀσκητικοῦ μοναχισμοῦ, δωρικοῦ, μέ ἁπλότητα, ὅπως τόν συναντοῦμε στό γεροντικό. Εἶναι μέσα σ’ αὐτό τό περιβάλλον στό ὁποῖο ὁ γέροντας ἔζησε καί ἀγωνίστηκε, πού ἐξυφάνθη ἡ θεοΰφαντος χλαῖνα τῶν ἱερῶν ἀρετῶν του. Πρᾶος, σεμνός καί ξένος ἀπό κάθε μορφή ἄκαιρου ζηλωτισμοῦ ἐκτιμήθηκε ἀπό τούς παλαιότερους πατέρες τῆς Μονῆς, οἱ ὁποῖοι τόν προέκριναν ὡς κατάλληλο γιά τό ὕψιστο χάρισμα τῆς ἱεροσύνης. Μέχρι τό τέλος τοῦ βίου του διατήρησε ἀμείωτη τήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό γιά τούς μακαριστούς γέροντές του, τῶν ὁποίων τους πνευματικούς λόγους πάντοτε διατηροῦσε ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.

Μετά, δέ, τήν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ γέροντος Γερμανοῦ, τό 1982, καί τήν ἐκλογή τοῦ ἱερομονάχου Ἀθανασίου στή θέση τοῦ Ἡγουμένου, ὁ λύχνος «ἐτέθη ἐπὶ τὴν λυχνίαν». Ἕνας ἀκόμα κρίκος προστέθηκε στήν πολύτιμη ἁλυσίδα τῶν προκατόχων του. Ὁ γέροντας Ἀθανάσιος ἀπό τήν κορυφή τοῦ Σταυροβουνίου ἔχει ἀποτελέσει πνευματικό φάρο, πού φώτιζε τήν Κύπρο ὁλόκληρη. Ὁ Θεός τόν εὐλόγησε ἐπί τῆς ἡγουμενίας του νά δεῖ τό μοναστήρι του νά ἐπανδρώνεται μέ νέους πατέρες. Ὡς ἑπόμενος τῶν προγενέστερων μεγάλων πνευματικῶν ἀναστημάτων τῆς Μονῆς καί μέ γνώμονα τή γνήσια καί ἀνεπιτήδευτη ἀγάπη καί ταπείνωσή του, νουθετοῦσε καί καθοδηγοῦσε ὄχι μόνο τούς μοναχούς του, ἀλλά καί τά πολυάριθμα πνευματικά τέκνα του, πού ἔφταναν ἀπ’ ὅλες τίς περιοχές τῆς Κύπρου. Πόσοι καί πόσοι δέν βρῆκαν παρηγορία καί ἀνάπαυση κοντά σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ; Πόσοι ἄνθρωποι δέν ἔφυγαν ξαλαφρωμένοι καί ἀνανεωμένοι μέσα ἀπό τό ἐξομολογητήριό του; Εὔσπλαχνος, ἐπιεικής καί ἀνθρώπινος. Κατά τή διάρκεια τῆς ἐξομολόγησης ἄκουγε περισσότερο καί μιλοῦσε λιγότερο, ἀλλά ὁ λόγος του ἦταν καρπός προσευχῆς. Ὁ γέροντας μιλοῦσε, ὅπως μιλοῦν οἱ τέλειοι. Καί νά μήν ἔλεγε τίποτα, σέ ἀρκοῦσε μόνο νά τόν βλέπεις. «Ἀρκεῖ μοι τὸ βλέπειν σε πάτερ» εἶχε πεῖ κάποτε ἕνας μοναχός στόν μέγα Ἀντώνιο. Στόν μακαριστό γέροντα ἔβρισκε ἐφαρμογή ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου «Τίς σὲ ἰδὼν οὐκ ἠγάπηκε; Τίς δὲ συντυχὼν οὐ γεγλύκαται;».

Τό «ἄκρον ἀντικείμενον τοῦ νοός του», «τὸ μελέτημα τῆς καρδίας του» καί τό «ἐντρύφημα τῆς γλώσσης του» ἦταν ὁ Χριστός, ἡ Παναγία καί οἱ Άγιοι. Ἀπότοκο αὐτοῦ ἦταν ἡ μεγάλη του ἀγάπη γιά τούς βίους τῶν ἁγίων καί τίς ἱερές ἀκολουθίες. Ἀγαποῦσε πολύ τούς βίους τῶν ἁγίων. Μέχρι τό τέλος τοῦ βίου του, παρόλο που ὁ ἴδιος εἶχε φτάσει «εἰς ἄνδρα τέλειον εἰς μέτρον τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13), δέν σταμάτησε νά ἐντρυφᾶ στούς βίους τῶν ἁγίων. Τίς ἱερές ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου ἀνελλιπώς παρακολουθοῦσε στό καθολικό τῆς μονῆς. Ὡς ἐπί τό πλεῖστον παρέμενε ὄρθιος ἐπί τοῦ στασιδίου του καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας. Ἀκόμα καί στίς πιό δύσκολες στιγμές τῆς ὑγείας του ἐπέμενε «ὡς ζηλωτὴς μανικώτατος» νά παρακολουθεῖ καί νά συμμετέχει στίς ἀκολουθίες καί στή Θεία Λειτουργία γενόμενος τύπος ὑπομονῆς, φιλοπονίας καί ἀκρίβειας γιά τούς ὑποτακτικούς του. Ἔτσι δίδασκε καί διοικοῦσε ὁ γέροντας. Μέ τό παράδειγμα καί κυρίως μέ τήν ὑπομονή καί τήν ταπείνωσή του κατά τό βιβλικό «ἀπ’ ἐμοῦ ὄψεσθε καὶ οὕτω ποιήσετε» (Κριτ. 7, 17).

Αὐτό πού αἰσθανόμαστε ὡς ὑποχρέωσή μας νά μαρτυρήσουμε γιά τόν μακαριστό γέροντα ἐμεῖς προσωπικά, καθώς μαρτυρεῖ καί ὁ προκάτοχός μας, μητροπολίτης πρώην Κιτίου Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐνθρόνισε τόν γέροντα ὡς ἡγούμενο καί πολλά χρόνια ὑπῆρξε ἐπίσκοπός του, ἦταν ὁ σεβασμός τοῦ μακαρίου γέροντος στόν θεσμό τοῦ ἐπισκόπου. Σεβασμός καί ἀγάπη πού ἐκδηλωνόταν μέ πολλούς τρόπους. Αὐτό φανέρωνε ἀφενός τή βαθιά γνώση ἐκκλησιολογίας πού εἶχε ὁ γέροντας, λόγῳ τῆς βιωματικῆς θεολογίας, τῆς ὁποίας ἦταν κάτοχος, καί ἀφετέρου τή μεγάλη ταπείνωση πού τόν χαρακτήριζε. Αὐτό τόν σεβασμό καί συνεργασία μέ τόν ἐπίσκοπο τόν ἐνέπνευσε καί σέ ὅλη τήν περί αὐτόν συνοδεία του.

Ὁ ἀείμνηστος ἡγούμενος Σταυροβουνίου Ἀθανάσιος ὑπῆρξε μεγάλη Ἐκκλησιαστική μορφή τοῦ αἰῶνα μας. Ἡ προσφορά τοῦ σεμνοῦ καί θεοφόρου αὐτοῦ ἀνδρός στόν μοναχισμό τῆς Κύπρου εἶναι τεράστια. Ὅταν ὁ μακαριστός καί ἐνάρετος ἡγούμενος Σιμωνόπετρας Ἁγίου Ὄρους πατήρ Αἰμιλιανός συνάντησε τόν γέροντα Ἀθανάσιο, εἶπε χαρακτηριστικά «αὐτός δέν εἶναι γέροντας, αὐτός εἶναι Ἀββάς». Ἄς δοξάσουμε τόν Θεό πού ἀνέδειξε καί στήν ἐποχή μας ἀνθρώπους αὐθεντικούς, ταπεινούς, ἀληθινούς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, μέ γνήσιο ἀσκητικό φρόνημα, ὅπως τόν ἀείμνηστο γέροντα Ἀθανάσιο. Αὐτό τό πνεῦμα καταλείπει ὁ γέροντας ὡς κληρονομιά καί παρακαταθήκη στούς πατέρες τῆς μονῆς του, πού μέ πολλή ἀγάπη καί αὐταπάρνηση τόν διακόνησαν, ἰδιαίτερα τά τελευταῖα του χρόνια.

Ἀείμνηστε καί μακάριε γέροντα Ἀθανάσιε πορεύου ἐν εἰρήνῃ καὶ εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου.

Μακαρισθείη ἡ ψυχή σου, ἡ δὲ εὐχή σου εἴη μεθ’ ἡμῶν.

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΝΑΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΔΙΟΥ ΣΤΟ ΖΑΚΑΚΙ 1936

Ένα όνειρο οδήγησε στην ανακάλυψη αρχαίας εκκλησίας στο Ζακάκι (1936)

Μια παράξενη είδηση από το Ζακάκι της Λεμεσού παρουσίασε σε άρθρο της ημερομηνίας 8 Δεκεμβρίου 1936 η Βρετανική εφημερίδα Sunderland Daily Echo and Shipping Gazette,την οποία παρουσιάζουμε σε ελληνική μετάφραση.

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ ΓΥΝΑΙΚΑΣ – ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΘΑΜΜΕΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Μια θαμμένη εκκλησία ανακαλυφθηκε κοντά στο χωριό Ζακάκι της επαρχίας Λεμεσού στο νησί της Κύπρου, εξαιτίας ονείρου χωρικής, όπως μας ενημερώνει ο αντιπρόσωπος του πρακτορείου Reuter’s στη Λευκωσία. Για πολλές συνεχόμενες νύχτες ονειρευόταν ότι διατάχθηκε να σκάψει σε συγκεκριμένο σημείο όπου θα έβρισκε θαμμένη μια αρχαία εκκλησία. Τα όνειρα μάλιστα, ήταν τόσο έντονα και επίμονα ώστε η γυναίκα ενημέρωσε τον σύζυγο της και τον πίεσε να κάνουν κάτι για αυτό. Σαν αποτέλεσμα, το Τμήμα Αρχαιοτήτων αποφάσισε να προχωρήσει σε ανασκαφές. Τη πρώτη μέρα των εργασιών, στο σημείο που τους είχε υποδείξει η γυναίκα, έφεραν στο φως τμήμα αρχαίας εκκλησίας. Περαιτέρω ανασκάφες αποκάλυψαν ολόκληρη την εκκλησία, κοντά στην οποία ανακαλύφθηκαν δύο Βυζαντινά μνημεία (τάφοι), με ανθρώπινους σκελετούς σε καλή κατάσταση. Στον υπόλοιπο χώρο ανευρέθηκαν πολλά αρχαία αντικείμενα.

῾Ο ἐκχριστιανισμός τῆς Κύπρου

῞Οπως μᾶς ἀναφέρουν οἱ «Πράξεις ᾿Αποστόλων», οἱ Κύπριοι ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού δέχτηκαν τό Χριστιανισμό καί πού δίδαξαν αὐτόν ἔξω ἀπό τήν ῾Ιερουσαλήμ. «῏Ησαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι…». Σε αὐτούς συγκαταλέγονταν καί ὁ ᾿Απόστολος Βαρνάβας καί ὁ ἀνεψιός του ᾿Απόστολος καί Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης – Μάρκος.

Τό 45 μ.Χ. ὁ Παῦλος, ὁ Βαρνάβας καί ὁ Μάρκος δίδαξαν τό Χριστιανισμό καί στήν Κύπρο. ᾿Αποβιβάσθηκαν στή Σαλαμίνα καί διέσχισαν τή νῆσο μέχρι τήν Πάφο, κηρύττοντας τή νέα Θρησκεία. ῎Αξιο παρατήρησης εἶναι ὅτι στήν Πάφο ἔγινε Χριστιανός ὁ πρῶτος ἐπίσημος Ρωμαῖος, ὁ ᾿Ανθύπατος Σέργιος Παῦλος.

Τό 50 μ.Χ. ὁ Βαρνάβας ἐπέστρεψε στήν Κύπρο μέ τόν ἀνεψιό του Μάρκο καί ἔχοντας ὡς ἕδρα του τή Σαλαμίνα ἐπέβλεψε τήν ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ σε ὅλες σχεδόν τίς πόλεις καί τίς κοινότητες τῆς Κύπρου. ῾Ο Βαρνάβας, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται καί ὁ πρῶτος ᾿Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, λιθοβολήθηκε ἀπό τούς ῾Εβραίους καί πέθανε τό 57 μ.Χ. ὀλίγο ἔξω ἀπό τή Σαλαμίνα, ὅπου σώζεται ὁ τάφος του. ῎Ετσι ἔγινε ἕνας ἀπό τούς πρώτους μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ. Κατά τή διάρκεια τῆς παραμονῆς τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα καί Μάρκου στήν Κύπρο χειροτονήθηκαν ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος μετά τό διωγμό πού κήρυξαν οἱ ᾿Ιουδαῖοι κατά τῶν Χριστιανῶν ἦλθε στήν Κύπρο, ὡς ᾿Επίσκοπος Κιτίου, καί ὁ ῾Ηρακλείδιος ὡς ᾿Επίσκοπος Ταμασοῦ. Αὐτοί καί οἱ ᾿Επίσκοποι Νεαπόλεως Τυχικός, Κουρίου Φιλάγριος καί Φιλωνίδης, Ταμασοῦ Μνάσων καί Ρόδων, Σόλων Αὐξίβιος καί Κυρηνείας Θεόδοτος, καθώς καί οἱ Τίμων, ᾿Αρίστων, ᾿Αριστοκλειανός, ᾿Επαφρᾶς καί Νικάνωρ συνέβαλαν στή διάδοση καί ἑδραίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στήν Κύπρο. Μερικοί ἀπό αὐτούς, ὅπως καί οἱ ᾿Αθανάσιος, Δημητριανός, Δίδυμος, Διομήδης, Κόνων, Λούκιος, Νεμέσιος, Ποτάμιος καί ἄλλοι πολλοί, ὁμολόγησαν τό Χριστό θαρραλέα κατά τή διάρκεια τῶν διωγμῶν καί ὑπέστησαν μαρτυρικό θάνατο.

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου Λόγος Κατηχητικός τη Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα

Εἶ τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καὶ λαμπρὰς πανηγύρεως, Εἶτις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, Εἶτις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νὺν τὸ δηνάριον, Εἶτις ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τὸ δίκαιον ὄφλημα, Εἶτις μετὰ τὴν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω, Εἶτις μετὰ τὴν ἕκτην ἔφθασε, μηδὲν ἀμφιβαλλέτω, καὶ γὰρ οὐδὲν ζημιοῦται, Εἶτις ὑστέρησεν εἰς τὴν ἐννάτην, προσελθέτω, μηδὲν ἐνδοιάζων, Εἶτις εἰς μόνην ἔφθασε τὴν ἑνδεκάτην, μὴ φοβηθῆ τὴν βραδύτητα, φιλότιμος γὰρ ὧν ὁ Δεσπότης, δέχεται τὸν ἔσχατον, καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον, Ἀναπαύει τὸν τῆς ἑνδεκάτης, ὡς τὸν ἐργασάμενον ἀπὸ τῆς πρώτης, Καὶ τὸν ὕστερον ἐλεεῖ, καὶ τὸν πρῶτον θεραπεύει, κακείνω δίδωσι, καὶ τούτω χαρίζεται, Καὶ τὰ ἔργα δέχεται, καὶ τὴν γνώμην ἀσπάζεται, Καὶ τὴν πρᾶξιν τιμᾷ, καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ, οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ἡμῶν, καὶ πρῶτοι καὶ δεύτεροι τὸν μισθὸν ἀπολαύετε, Πλούσιοι καὶ πένητες μέτ’ ἀλλήλων χορεύσατε, Ἐγκρατεῖς καὶ ῥάθυμοι τὴν ἡμέραν τιμήσατε, Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον, Ἡ τράπεζα γέμει τρυφήσατε πάντες, ὁ μόσχος πολὺς μηδεῖς ἐξέλθη πεινῶν, Πάντες ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος, Μηδείς θρηνείτω πενίαν ἐφάνη γὰρ ἡ κοινὴ βασιλεία, Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε, Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον, ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς τοῦ Σωτῆρος ὁ θάνατος, Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος, Ἐσκύλευσε τὸν Ἅδην, ὁ κατελθὼν εἰς τὸν Ἅδην, Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, καὶ τοῦτο προλαβῶν Ἡσαϊας, ἐβόησεν, ὁ Ἅδης, φησίν, ἐπικράνθη συναντήσας σοὶ κάτω, Ἐπικράνθη, καὶ γὰρ κατηργήθη Ἐπικράνθη, καὶ γὰρ ἐνεπαίχθη, Ἐπικράνθη, καὶ γὰρ ἐνεκρώθη, Ἐπικράνθη, καὶ γὰρ καθηρέθη, Ἐπικράνθη, καὶ γὰρ ἐδεσμεύθη, Ἔλαβε σῶμα, καὶ Θεῷ περιέτυχεν, Ἔλαβε γήν, καὶ συνήντησεν οὐρανῶ, Ἔλαβεν, ὅπερ ἔβλεπε, καὶ πέπτωκεν, ὅθεν οὐκ ἔβλεπε, Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου Ἅδη τὸ νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καὶ σὺ καταβέβλησαι, Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες, Ἀνέστη Χριστός, καὶ χαίρουσιν Ἄγγελοι, Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος, Χριστὸς γὰρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο, Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.